Τὸ Ἑλληνικὸν Ἀλφάβητον


Τὸ Ἑλληνικὸν Ἀλφάβητον

Τὸ Ἑλληνικὸν ἈλφάβητονἈπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς, τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!
Παρακαλῶ πολὺ σεβασθῆτε το…
Εὐχαριστῶ.

Φιλονόη

Α. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ

1). ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ
Τὸ ἐν χρήσει καὶ σήμερον ἀλφάβητον ἀποτελεῖ ἐξέλιξιν τοῦ Ἀττικοῦ, ὅπως διερρυθμίσθη καὶ ἐτροποποιήθη ἐπὶ ἐπωνύμου ἄρχοντος Εὐκλείδου (403 π.Χ.,), διὸ καὶ Εὐκλείδειον καλεῖται. Εἰς τοῦτο τὸ ἀλφάβητον δὲν περιελήφθησαν τὰ σιγηθέντα ἢ ἀχρηστευθέντα δίγαμμον (Ϝ), σαμπῖ (Ϡ) καὶ κόππα (Ϟ). Τὸ τελευταῖον ἤδη εἶχεν ἀχρηστευθῆ ἀπὸ τοῦ ἔτους 525 π.Χ., τὸ δεύτερον πολὺ ἐνωρίτερον καὶ τὸ πρῶτον προεφέρετο μὲν ὡς δασὺ πνεῦμα, ἀλλὰ παρίστατο διὰ τοῦ Η. Τὰ μὴ περιληφθέντα τρία σύμφωνα ἐχρησιμοποιήθησαν μετὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου εἰς τὴν ἀριθμογραφίαν πρὸς παράστασιν τῶν ἀριθμῶν 6 (Ϛ), 90 (Ϟ) καὶ 900 (ϡ), ἔχοντα τόνον εἰς τὸ ἄνω δεξιὸν μέρος αὐτῶν.
Ἐπὶ Εὐκλείδου εἰσήχθη τὸ διπλοῦν γράμμα Ξ, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεδέχθησαν οἱ Εὐβοεῖς, τὸ φωνῆεν Ω πρὸς διάκρισιν ἀπὸ τοῦ βραχέος Ο καὶ τὸ Η, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ μακρὸν Ε καὶ τὸ μακρὸν Α (ΜĀΤĒΡ> ΜΗΤΗΡ). Συνεπῶς τὸ Ἀττικὸν ἀλφάβητον περιελάμβανε τὰ γνωστὰ καὶ σήμερον 24 γράμματα κεφαλαῖα. Ἡ μικρογράμματος γραφὴ εἶναι ἐπινόησις πολὺ μεταγενεστέρα κατὰ τὴν βυζαντινὴν περίοδον.
Τὸ συμφωνοειδὲς γράμμα γιώτ (j), ὅπως καὶ τὸ ὁμοίως παριστάμενον λατινικόν, εἶναι νεωτέρα ἐπινόησις τῶν γραμματικῶν, προκειμένου νὰ ἑρμηνευθοῦν γλωσσικὰ φαινόμενα εἰς τὴν ἀρχήν, εἰς τὸ μέσον καὶ εἰς τὸ τέλος πολλῶν λέξεων. Συνεπῶς, τὸ γιὼτ προεφέρετο μέν (προφέρεται καὶ σήμερον: χωριό> χωργιό), ἀλλ’ οὐδέποτε παρεστάθη ἔν τινι λέξει διὰ συμβόλου (ὅπως καὶ σήμερον).

2). ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ
Τὰ γράμματα τοῦ Εὐκλειδείου ἀλφαβήτου εἶναι 24, ὅσα καὶ σήμερον, ἐκ τῶν ὁποίων 17 εἶναι σύμφωνα καὶ 7 φωνήεντα.
Τὰ 17 σύμφωνα κατατάσσονται εἰς ἄφωνα, ἡμίφωνα καὶ διπλᾶ, ἀναλόγως μὲ τὸν τόπον καὶ τὸν τρόπον σχηματισμοῦ ἐντὸς τῆς στοματικῆς κοιλότητος ἢ πλησίον αὐτῆς καὶ τὸν τόνον προφορᾶς, καθὼς καὶ τὴν θέσιν τῆς γλώσσης. Τὰ πρῶτα διαιροῦνται εἰς οὐρανικά (κ γ χ), χειλικά (π β φ) καὶ εἰς ὀδοντικά (τ δ θ), τὰ ὁποῖα ἀναλόγως τῆς ποιότητος τοῦ ἤχου διακρίνονται εἰς ψιλά (κ π τ), μέσα ἢ ἠχηρά (γ β δ) καὶ εἰς δασέα (χ φ θ). Εἰς τὰ ἡμίφωνα κατατάσσονται τὰ ἔνρινα (μ, ν), τὰ ὑγρά (λ, ρ) καὶ τὸ συριστικὸν σῖγμα (σ, ς). Τὰ ζ ξ ψ ὡς προελθόντα ἐκ τῆς ἑνώσεως δύο συμφώνουν καλοῦνται διπλά. Τὸ ζ προέρχεται ἐκ τῆς ἑνώσεως ὀδοντικοῦ καὶ τοῦ συμφωνοειδοῦς γιώτ (τράπεδjα> τράπεσδα> τράπεζα) ἢ σ μετὰ τοῦ δ (Ἀθήνασδε> Ἀθήναζε) ἢ τοῦ γ μετὰ τοῦ γιώτ (στάγjω> στάζω), τὸ ξ ἐξ οὐρανικοῦ καὶ σ (κόρακ-ς> κόραξ, σάλπιγγ-ς> σάλπιγξ, ὄνυχ-ς> ὄνυξ) καὶ τὸ ψ ἐκ χειλικοῦ καὶ σ (κώνωπ-ς> κώνωψ, χάλυβ-ς> χάλυψ).
Τὰ 7 φωνήεντα ἀναλόγως τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου προφορᾶς κατατάσσονται εἰς μακρά (η ω), βραχέα (ε ο) καὶ εἰς δίχρονα (α ι υ). Ἡ προφορὰ τῶν πρώτων ἀπαιτεῖ μακρότερον χρόνον παρὰ τῶν δευτέρων, τῶν ὁποίων ὁ χρόνος προφορᾶς εἶναι βραχύς, καὶ τὰ τρίτα προφέρονται ἄλλοτε ὡς μακρὰ καὶ ἄλλοτε ὡς βραχέα. Σήμερον ἐξέλιπεν ἡ διάκρισις ὡς πρὸς τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον προφορᾶς, παρέμεινεν ὅμως ὁ χαρακτηρισμὸς μόνον διὰ τὸν τονισμόν.
Τὸ σημεῖον τῆς μακρότητος ἐπὶ τῶν διχρόνων δηλοῦται ὡς ἑξῆς: ᾱ, ῑ, ῡ, καὶ τῆς βραχύτητος ὡς ἑξῆς: ᾰ, ῐ, ῠ.

3). ΑΙ ΔΙΦΘΟΓΓΟΙ
Ἡ συμπροφορὰ δύο φωνηέντων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν γραφὴν παρίστανται κεχωρισμένως, παράγει διαφορετικὸν φθόγγον. Αἱ δίφθογγοι εἶναι 11, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ ὀκτὼ καλοῦνται κύριαι (αι= ε, αυ= αβ/φ, ει=ι, ευ= εβ/εφ, ηυ= ηβ/ηβ, οι= ι, ου= ου, υι=ι) καὶ αἱ τρεῖς καταχρηστικαί (ᾳ ῃ ῳ= α/η/ω μετὰ ὑπογεγραμμένου ἰῶτα). Αἱ τρεῖς καταχρηστικαὶ εἰς κεφαλαιογράμματον γραφήν Αι, Ηι, Ωι καλοῦνται α/η/ω μετὰ προσγεγραμμένου ἰῶτα καὶ προφέρονται α, η, ω. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον πᾶσαι εἶναι μακραί, ἐξαιρουμένων τῶν αι καὶ ει, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὸ τέλος κλιτῆς λέξεως πλὴν τῆς εὐκτικῆς. Μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ἀποδειχθῆ ἡ πραγματικὴ προφορὰ τῶν διφθόγγων.

4). ΣΥΛΛΑΒΑΙ/ΣΥΛΛΑΒΙΣΜΟΣ
Ἑκάστη λέξις ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕν καὶ περισσότερα γράμματα, τὰ ὁποῖα προφέρονται ἀνὰ ἓν ἢ ἀνὰ δύο ἢ ἀνὰ τρία ἢ τὸ πολὺ ἂνὰ τέσσερα γράμματα. Τὸ τοιοῦτον τμῆμα λέξεως περιέχον πάντοτε ἓν φωνῆεν ἢ μίαν δίφθογγον μετὰ συμφώνου ἢ συμφώνων καλεῖται συλλαβὴ καὶ ἡ συμπροφορὰ συλλαβισμός. Λέξις ἀπτελουμένη ἐκ μιᾶς συλλαβῆς καλεῖται μονοσύλλαβος (ὁ, ἡ, τό), ἐκ δύο δισύλλαβος (ἀγρός), ἐκ τριῶν τρισύλλαβος (ἔλαφος) καὶ ἐκ περισσοτέρων πολυσύλλαβος (ἐπίθετον). Ἡ πρώτη συλλαβὴ δισυλλάβου, τρισυλλάβου καὶ πολυσυλλάβου λέξεως καλεῖται ἀρκτικὴ ἢ ἀρχική, ἡ τελευταία λήγουσα, ἡ δεύτερη ἀπὸ τοῦ τέλος παραλήγουσα καὶ ἡ τρίτη, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη, προπαραλήγουσα.
Ὁ χωρισμὸς τῶν λέξεως εἰς συλλαβάς, ὁ συλλαβισμός, γίνεται ὡς ἑξῆς:

1. Ἓν σύμφωνον εὑρισκόμενον μεταξὺ δύο φωνηέντων ἢ διφθόγγων συλλαβίζεται μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἢ τὴν δίφθογγον: ἄ-δι-κος, αἴ-ρει, ἔ-χου-σι.
2. Δύο σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων ἢ διφθόγγων συλλαβίζονται μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἢ δίφθογγον, ἐφ’ ὅσον καὶ τὰ δύο σύμφωνα ἀποτελοῦν ἀρκτικὰ γράμματα λέξεως, ἄλλως χωρίζονται: βι-βρώ-σκω (βρῶσις, σκιά), βά-ρα-θρον (θρόνος), ἄ-χθος (χθές), τέ-κτων (κτῆμα), ἄ-στυ (στάχυς), τέ-μνω (μνήμη), ἀλλὰ ἵπ-πος, ἀγ-γέλ-λω, ἄμ-μος, ἐν-νέα, τέτ-τιξ, θά-λασ-σα, πέν-τε, πέμ-πω, ἀ-νάγ-κη,ἀ-δελ-φός, ἅρ-μα, διότι δὲν ὑπάρχουν λέξεις ἀρχόμεναι ἀπὸ δύο ὅμοια σύμφωνα ἢ ἀπὸ συμπλέγματα συμφώνων ντ, μπ, γκ, λφ, ρμ.
3. Τρία σύμφωνα εὑρισκόμενα μεταξὺ δύο φωνηέντων ἢ διφθόγγων συλλαβί-ζονται μὲ τὸ ἑπόμενον φωνῆεν ἢ δίφθογγον, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τῶν δύο πρώτων, ἄρχεται λέξις: ἄ-στρον (στόλος), ἐ-χθρός (χθές), ἰ-σχνός (σχῆμα), οἰ-κτρός (οἶκτος). Ἂλλως χωρίζονται καὶ τὸ μὲν πρῶτον συλλαβίζεται μετὰ τοῦ προηγουμένου φωνήεντος, τὰ δὲ ἄλλα δύο μὲ τὸ ἑπόμενον: ἄν-θρω-πος, ἄν-δρες, ἀμ-βλύ-νω, Ἀλ-κμή-νη, ἄρ-κτος, ἐ-λεγ-κτής, σπλάγ-χνον, με-λαγ-χροι-νός.
4. Αἱ σύνθετοι λέξεις κατὰ τὸν συλλαβισμὸν χωρίζονται ὅπως καὶ αἱ ἁπλαῖ, ἐκτὸς ἐὰν τὸ πρῶτον συνθετικὸν εἶναι ἀκέραιος λέξις, ὁπότε τὰ συνθετικὰ αὐτῶν χωρίζονται: με-τέ-χω, πά-ρο-δος, φί-λιπ-πος, ἀλλά: προσ-έ-χω, συν-έχω, εἰσ-έχω, ἐξ-έχω, ἐν-έ-χω, ὑ-περ-έχω, προ-έ-χω, παν-οῦρ-γος, διότι τὸ πρῶτον συνθετικὸν εἶναι ἀκέραιον.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ἄφωνον σύμφωνον εὑρισκόμενον πρὸ ἐνρίνου δὲν χωρίζεται, ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουν λέξεις ἀρχόμεναι ἀπὸ ἀφώνου ἀκολουθουμένου ὑπὸ ἐνρίνου: πρᾶ-γμα, βα-θμός, δρα-χμή, φά-τνη, δά-φνη, ὕ-πνος, ἄ-τμη-τος.

5). ΠΟΣΟΤΗΣ ΣΥΛΛΑΒΩΝ
• Μία συλλαβὴ λέγεται μακρὰ ἢ φύσει μακρά, ἐφ’ ὅσον ἔχῃ μακρὸν φωνῆεν ἢ δίφθογγον: ἥ-ρως, αἴ-ρω.
• Μία συλλαβὴ λέγεται θέσει μακρά, ἂν ἕν βραχὺ φωνῆεν εὑρίσκεται πρὸ δύο ἢ τριῶν συμφώνων ἢ διπλοῦ γράμματος: ὅρ-μος, τόξον, ἕρ-κος, ἐξ-όν, ἄν-δρες, πε-ζός, ὄ-ψις, κό-ραξ, ἄ-στρα-τεία. Ὁ κανὼν αὐτὸς λαβάνεται ὑπ’ ὄψιν μόνον εἰς τὸ μέτρον.
• Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν ἡ συλλαβὴ λέγεται βραχεῖα: στε-ρε-ός,

Β. ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝΩΝ
Ι. ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ
Πνεῦμα ὀνομάζεται ἡ πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως φθόγγου ἐκπομπὴ ῥεύματος ἀέρος, εἰς δὲ τὸν γραπτὸν λόγον τὸ σημεῖον τὸ τιθέμενον ἐπὶ ἢ πρὸς τὸ ἀριστερὸν ἀρχικοῦ φωνήεντος ἢ διφθόγγου ἢ ρ πάσης λέξεως. Τὰ πνεύματα εἶναι δύο, ἡ ψιλὴ καὶ ἡ δασεῖα, οὐσιαστικοποιημένα ἐπίθετα κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως προσῳδία καὶ τίθεται εἰς ἑκάστην λέξιν ἀρχομένην ἀπὸ φωνήεντος ἢ διφθόγγου ἢ ρ. Ὁ Σχολιαστὴς τοῦ Διονυσίου τοῦ Θρᾳκὸς γράφει «ἒστι …ἡ μὲν ψιλὴ ποιότης συλλαβῆς, καθ’ ἣν ἄκροις τοῖς χείλεσι τὸ πνεῦμα προφέρεται, οἷον Αἴας, ἡ δὲ δασεῖα ποιότης συλλαβῆς, καθ’ ἣν ἐκ βάθους χειλέων τὸ πνεῦμα ἐκφέρεται, οἷον ἥλιος». Ὁ Γ. Χατζιδάκις (Ἀκαδημ., Ἀναγνώσμ., Α΄, Ἀθῆναι 1902, σελ., 462-463) κατέδειξε ὅτι ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν φύσιν, ἤτοι πρὸς τὴν φυσιολογικὴν γένεσιν τῶν πνευμάτων. Ὁ Ἀριστοτέλης, «Περὶ Ἀκουστῶν, 79», εἶναι σαφέστερος «δασεῖαι δὲ εἰσι τῶν φωνῶν, ὅσοι ἔσωθεν τὸ πνεῦμα εὐθέως συνεκβάλλονται μετὰ τῶν φθόγγων, ψιλαὶ δὲ εἰσι τοὐναντίον, ὅσαι γίγνονται χωρὶς τῆς τοῦ πνεύματος ἐκβολῆς». Ὁ Ἐπικούρειος φιλόσοφος Φιλόδημος διακρίνει τὸ δασὺ πνεῦμα ἀπὸ τὴν ψιλότητα.
Ἀρχικῶς ἡ δασεῖα παρίστατο διὰ τοῦ γράμματος Η, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ ἔτους 403 π.Χ., ἐχρησιμοποιήθη πρὸς παράστασιν τοῦ μακροῦ Ε καὶ Α, καὶ προεφέρετο περίπου ὡς παχὺ Χ, ἡ δὲ ψιλὴ πρὸς αὐτοῦ τοῦ ἔτους δὲν εἶχε σημεῖον παραστάσεως. Πρὸς παράστασιν πλέον καὶ τῶν δύο πνευμάτων ἐδιχοτομήθη ὑπὸ τῶν παλαιῶν γραμματικῶν καθέτως τὸ γράμμα Η καὶ τὸ μὲν ἀριστερὸν διχοτομημένον ἐδήλου τὴν δασεῖαν (|-), τὸ δὲ δεξιὸν τὴν ψιλήν (-|). Ἀργότερον ἐξειλίχθησαν καὶ παρεστάθησαν ταχυγραφικῶς, ἡ μὲν δασεῖα (῾), ἡ δὲ ψιλή (᾽).
Τὸ δασὺ πνεῦμα προῆλθεν ἀπὸ τὴν σίγησιν συμφώνων ἐν ἀρχῇ λέξεων ἀρχομένων ἀπὸ φωνήεντος ἢ διφθόγγου ἢ ρ. Τὰ σιγηθέντα σύμφωνα ἦσαν τὸ δίγαμμον παντελῶς καὶ τὸ σῖγμα εἰς πολλὰς λέξεις, ὡσαύτως καὶ τὸ φωνούμενον ἀλλὰ μὴ παριστάμενον συμφωνοειδὲς γιώτ εἰς ἐνίας λέξεις.

ΙΙ. ΟΙ ΤΟΝΟΙ
1). Ἡ ὀξεῖα:
Ἡ λέξις εἶναι οὐσιαστικοποιημένον ἐπίθετον κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως προσῳδία (ὀξεῖα προσῳδία) καὶ ἡ σύλλαβὴ ἡ ἔχουσα τονικὸν σημεῖον τὴν ὀξεῖαν (΄) προεφέρετο μὲ μουσικότητα, ἤτοι μετὰ ὀξέος ἢ ὑψηλοῦ ἤχου. Ἡ θέσις αὐτῆς ἦτο κατὰ κύριον λόγον εἰς τὴν προπαραλήγουσαν, καὶ εἰς τὴν παραλήγουσαν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλάμβανε περισπωμένην, ἢ εἰς τὴν λήγουσαν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐλάμβανε περισπωμένην ἢ βαρεῖαν.
Λέξις τονιζομένη ἐπὶ τῆς ληγούσης διὰ ὀξείας ἢ βαρείας λέγεται ὀξύτονος, ἐπὶ τῆς παραληγούσης παροξύτονος καὶ ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης προπαροξύτονος.

2). Ἡ βαρεῖα:
Ἡ ὀνομασία βαρεῖα προῆλθε ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ οὐσιαστικοῦ τάσις (βαρεῖα τάσις), ὅπως καὶ εἰς τὸ ἐργαλεῖον βαρεῖα ἢ βαρειὰ κατὰ παράλειψιν τῆς λέξεως σφῦρα (βαρεῖα σφῦρα) {ἀμφοτέραι αἱ περιπτώσεις παραπέμπουν εἰς οὐσιαστικοποιημένα ἐπιθέτα}, λόγῳ τῆς προφορᾶς καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ὀξεῖαν καὶ τὴν περισπωμένην. Βαρεῖα( ̀) τίθεται ἐπὶ λέξεως ὀξυτονουμένης, ἤτοι ἐχούσης τόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης (ἀνὴρ ἀγαθός, ἀγαθὸς ἀνήρ),ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ σημεῖον στίξεως (ὁ ἀνήρ, ὁ ἀγαθός) ἢ ἐγκλιτικὴ λέξις (λαγός τις). Ἂν ὁ τόνος τοῦ ἐγκλιτικοῦ ἀναβιβάζηται εἰς τὴν τελευταίαν συλλαβὴν τῆς προηγουμένης λέξεως, ἐπὶ ταύτης τίθεται ὀξεῖα (ἄνθρωποί τινες). Ἡ βαρεῖα προεφέρετο ἄνευ μουσικότητος. Σημειωτέον ὅτι μόνον ἡ ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία (τίς τί) δὲν λαμβάνει βαρεῖαν, μολονότι τονίζεται ἐπὶ τῆς ληγούσης εἰς πάντας τοὺς τύπους.
Τὸ σημεῖον τῆς βαρείας ἐτηρήθη καὶ ἐν τῇ γραφῇ τῆς νέας Ἑλληνικῆς, ἂν καὶ δὲν ἐμφανίζῃ πλέον διαφορὰν ἀπαγγελίας (ἔγινε προφανῶς διὰ λόγους ἱστορικούς), ὅπως εἰς τὴν ἀρχαίαν. Ἐπισήμως κατηργήθη εἰς τὴν νέαν Ἑλληνικὴν μὲ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος γραφῆς. Προηγουμένως εἶχε καραργηθῆ ἀτύπως (παρανόμως) ὑπὸ τοῦ Τύπου, προεξάρχοντος τοῦ Δ.Ο.Λ. (πάντων ἐπικαλουμένων, ὡς εἴθισται, οἰκονομικοὺς λόγους).

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Βαρύτονος λέξις λέγεται ἡ τονιζομένη ἐπὶ τῆς παραληγούσης ἢ τῆς προπαραληγούσης, μολονότι ἡ βαρεῖα τίθεται μόνον ἐπὶ τῆς ληγούσης.

3). Ἡ περισπωμένη:

Γραμματικῶς εἶναι θηλυκὸν μετοχῆς παθητικοῦ ἐνεστῶτος τοῦ ῥήματος περισπῶμαι, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἀφαιροῦμαι, παρεκκλίνω. Οἱ παλαιοὶ γραμματικοὶ ἐχρησιμοποίησαν τὴν μετοχὴν ὡς ἐπιθετικὸν διορισμὸν τῆς λέξεως προσῳδία, πρὸς δήλωσιν τονικοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον συνίστατο ἐκ τῶν δύο ἄλλων τόνων, τῆς ὀξείας καὶ τῆς βαρείας, διὸ καὶ παρίσταται διὰ κυματοειδοῦς γραμμῆς ἄνωθεν τῆς τονουμένης λέξεως (~). Ἡ περισπωμένη ἀρχικῶς προεφέρετο μὲ μουσικὸν τόνον καὶ ἐν συνεχείᾳ ἄνευ μουσικότητος (παρατεταμένως). Περισπωμένη τίθεται ἐπὶ διφθόγγου (αἱ δίφθογγοι αι καὶ οι λαμβάνονται ὡς βραχύχρονοι εἰς τὸ τέλος μιᾶς λέξεως πλὴν τῆς εὐκτικῆς) καὶ ἐπὶ μακροῦ φωνήεντος ἢ διχρόνου φωνήεντος λαμβανομένου ὡς μακροῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ περίσπασις γίνεται εἰς τὴν λήγουσαν (λέξις περισπωμένη) ἢ τὴν παραλήγουσαν (λέξις προπερισπωμένη). Πέντε εἶναι οἱ βασικοὶ κανόνες οἱ διέποντες τὴν περισπωμένην:
1. Μακροκατάληκτος τύπος γενικῆς καὶ δοτικῆς πτώσεως καὶ τῶν τριῶν ἀριθμῶν, ἐφόσον τονίζεται, περισπᾶται: ἀγροῦ ἀγροῖν ἀγρῶν, ἀγρῷ ἀγροῖν ἀγροῖς, ποιητοῦ ποιηταῖν ποιητῶν, ποητῇ ποιηταῖν ποιηταῖς. Ἐξαιροῦνται ὅλα τὰ ἀττικόκλιτα οὐσιαστικὰ καὶ ἐπίθετα.
2. Μακρόχρονος παραλήγουσα εὑρισκομένη πρὸ βραχυχρόνου ληγούσης, ἐφ’ ὅσον τονίζεται, περισπᾶται: μοῦσα μοῦσαι, μῦθος μῦθοι, λῦον, λῦσον, λῦσαν.
3. Συνῃρημένη συλλαβὴ τονιζομένη περισπᾶται, ἐφ’ ὅσον πρὸ τῆς συναιρέσεως ἐτονίζετο τὸ πρῶτον ἀπὸ τὰ συναιρούμενα: συκέη> συκῆ, νόος> νοῦς, Λητόος> Λητοῦς, αἰδόσος> αἰδόος> αἰδοῦς, Ἡρακλέσι> Ἡρακλέι> Ἡρακλεῖ, χρεέσων> χρεέων> χρεῶν, Ξενοφάων> Ξενοφῶν, ἀληθέσα> ἀληθέα> ἀληθῆ, τιμάω> τιμῶ, φάος> φῶς, πάις> παῖς, ὄις> οἶς.
4. Πᾶσα λέξις λήγουσα εἰς αυ, ευ καὶ ου, ἐφ’ ὅσον τονίζεται, περισπᾶται: ὦ ναῦ, ὦ βασιλεῦ, ὦ βοῦ. Ἐξαιροῦνται τά: ἰδού (ὡς ἐπίρρημα), ἰού, πού, οὐ/οὐκ/οὐχ.
5. Ἐπιρρήματα λήγοντα εἰς ως, οι καὶ ῃ καὶ τονιζόμενα ἐπ’ αὐτῶν περισπῶνται: ἀληθῶς, Μεγαροῖ, κομιδῇ. Ἐξαιροῦνται τὰ ἀόριστα: ποί, πῄ, τοί, ὡς, ὥς, πώς, (καθώς).

Πέραν τῶν ὡς ἄνω κανόνων περισπῶνται:

• Τὰ μονοσυλλάβως ἀπαντώμενα οὐσιαστικὰ γλαῦξ (εἰς ὀνομαστικὴν καὶ κλητικὴν τοῦ ἑνικοῦ) πῦρ οὖς (εἰς τὰς ὁμοίας πτώσεις τοῦ ἑνικοῦ).
• Ἡ αἰτιατικὴ πληθυντικοῦ τῶν τριτοκλίτων μονοθέμων οὐσιαστικῶν μὲ χαρακτῆρα υ: ἡ ἰσχύς> τὰς ἰσχῦς, ὁ ἰχθύς> τοὺς ἰχθῦς.
• Οἱ μονοσύλλαβοι τύποι τῶν οὐσιαστικῶν μῦς, δρῦς, σῦς, ὗς, κῖς.
• Οἱ ὁμηρικοὶ τύποι κρῖ καὶ λῖς.

Μιχαὴλ Χρ. Ἀλεξανδρῆς
Φιλόλογος

Ισραηλινη ΜΚΟ στη Λέσβο καλωσορίζει μετανάστες!


Ισραηλινη ΜΚΟ στη Λέσβο καλωσορίζει μετανάστες!

israilini-mko-sti-lesvo-kalosorizei-metanastes

 

Ισραηλινη ΜΚΟ στη Λέσβο καλωσορίζει μετανάστες!

Δεν ξέρω τι θα νιώσετε, εγώ πάντως έβγαλα αυτό το βίντεο μέσα σε λίγη ώρα από τα νεύρα μου! ‘Ενιωσα πως έφαγα μια
γροθιά ακόμα στο στομάχι. Όχι ότι εκπλήσσομαι βέβαια…
Διαδώστε. Είναι πολλοί που δεν τα ξέρουν αυτά.

Κι όταν η κοπέλα αναφέρεται στην επανάσταση των Μακκαβαίων και στην εκδίκηση προς τους Ελληνες, μιλάει για τη σφαγή των Ελλήνων από Ιουδαιους στα αρχαία χρόνια! Και η μεγάλη τους γιορτή που λέγεται Χάνουκα, αυτή την επέτειο της σφαγής γιορτάζει. ΕΜΕΙΣ ΩΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΑΥΤΑ.

Οι «περιούσιοι» εκδικήθηκαν τους Ελληνες τότε για τον πολιτισμό τους, τον εκδικούνται και τώρα…

loading…
Loading.

Το Δυναμικότερο Γένος της Ιστορίας


Γηγενείς & Αυτόχθονες – Το Δυναμικότερο Γένος της Ιστορίας

Απόλλων

Είμεθα πανάρχαιοι Πελασγοί! Είναι δε μεγάλη τιμή για μας διότι οι προπάτορες μας υπήρξαν το δυναμικότερο γένος της ιστορίας. Παρόλο που φέρουμε διάφορες ονομασίες κατά το φύλο (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς, Αρκάδες, Μινωίτες, Μυκηναΐοι, Μακεδόνες κλπ) τρία υπήρξαν τα κύρια γενικά ονόματα του γένους των Ελλήνων:

Πελασγοί ( εκ του Πελασγού) , Γραικοί ( εκ του Γραικού ) και Έλληνες ( εκ του Έλληνος ) Και θα ήτο περιττόν να τονίζουμε την καταγωγή μας αν οι «καλοθελητές»δεν προέβαιναν στον άγριο τεμμαχισμό και ακρωτηριασμό του ενδόξου Γένους μας, με σκοπό να το αφανισουν αριθμητικά και να το κάνουν νήπιο ηλικιακά.

ΠΕΛΑΣΓΟΙ ΕΣΜΕΝ

Ο Πελασγός

Ητο υιός του Διός και της Νιόβης, αυτόχθων πάππος του Θεσσαλού [Και όχι Ινδοευρωπαίος εκ του πουθενά, ή εξ Ασίας και Αφρικής όπως ισχυρίζονται ορισμένοι αμαθείς ή κακόβουλοι κονδυλοφόροι] Η ετυμολογία του Πελασγός προέρχεται α/ εκ του πάλαι +γέγαα =γίνομαι παλιός β/ εκ του «Πέληον Αργος»=παλαιός γέρων(εξ ου και Αργος Πελασγικόν) γ/ εκ του πελαργός=ταξιδευτής δ/ εκ του περάω=περνώ θάλασσαν (μετανάστης, θαλασσοπόρος ) ε/ εκ του πλάζω=περιπλανώμαι δια θαλάσσης( λαός της θάλασσας) στ/ εκ του πέλας=πλησίον+άγω(οδηγώ, ηγούμαι μεταφέρω στους γειτονικούς λαούς) Όλα τα ετυμολογικά στοιχεία του ονόματος Πελασγός οδηγούν στον πανάρχαιο, ανήσυχο και τολμηρό λαό της θάλασσας που μεταναστεύει και ταξιδεύει (όπως ο πολύπλαγκτος Οδυσσεύς) Οι πρώτοι Πελασγοί ήσαν Αρκάδες που επέζησαν από τον Κατακλυσμό και από εκεί ορμώμενοι προσήγγισαν στις γειτονικές ακτές(Ιταλία, Μικρά Ασία, Μεσόγειο κλπ )

Ο Γραικός

Ητο προκατακλυσμιαίος ήρως, υιός του Θεσσαλού και δισέγγονος του Πελασγού που ήκμασε προ του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνος . Ετυμολογείται εκ του «γραίος =γεραιός ή γηραιός εκ της ΅γης + ρέωΆ ή ΅γη +έραΆ»[ Ο Κωνστ. Οικονόμου εξ Οικονόμων στο « Περί γνησίας Προφοράς» σελ.335 γράφει: «Γραικός είναι άνθρωπος τον μεν σώμα στερρός , κραταιός, το δε γένος γηραιός, ήτοι παλαιός, αρχαιόγονος, πρεσβυγενής και γεράσμιος» Για τον Έλληνα γράφει ότι είναι εκ του έλα, είλη, ήλιος, σέλας πάντα σημαίνονται το ταχυκίνητον και πολυέλικτον φως »(Αεροπορική Ιδέα , άρθρο Αννας Τζιροπούλου-Ευσταθίου τ.40 2004)] Πάντως η κοιτίδα μας είναι η Θεσσαλία με επίκεντρο τον Όλυμπο.

Ο Έλλην

Ητο υιός του Δευκαλίωνος και είναι μετεξέλιξη εκ της γενιάς των Πελασγών και Γραικών «Έλλην, γόνω μεν ην Διός, λόγω δε Δευκαλίωνος» Και η χώρα που κατοικούσαν οι Έλληνες ωνομάσθη Ελλάς, «πρότερον Πελασγία καλουμένη» [Ηρόδ. Β! 56] Ετυμολογικές εκδοχές α/ Ελλάς= η φωτεινή καθέδρα,(σελ+ελλά) β/ Ελλάς=ο φωτεινός λίθος(σέλ+λας) Κατά τον Αριστοτέλη το όνομα της πήρε από την Δωδώνη της Ηπείρου , όπου ζούσαν οι Σελλοί και οι καλούμενοι τότε Γραικοί και νυν Έλληνες . Το Πάριον Μάρμαρον γράφει: «Έλληνες ωνομάσθησαν , το πρότερον Γραικοί καλούμενοι» Η ονομασία ΅ΠελασγοίΆ είναι γενική και περιλαμβάνει μια ευρύτερη ομάδα που ξεκίνησε μεν από την ίδια περιοχή με κέντρο το Αιγαίο Πέλαγος (την Ελληνική Χερσόνησο και τις πέριξ του Αιγαίου ακτές) αλλά ξαπλώθηκε στην σε όλη την λεκάνη της Μεσογείου, στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο και συν τω χρόνω πήρε διαφορετικά ονόματα. Και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι Πελασγοί με διάφορα ονόματα είναι διεσπαρμένοι σε κάθε γωνιά του πλανήτου.

Ο Ηρόδοτος γράφει (Κλειώ 58) τα εξής: «Εγώ πιστεύω ότι οι Ελληνικοί λαοί μιλούσαν την ίδια γλώσσα, αλλά αποδυναμώθηκαν μετά τον χωρισμό τους από τους Πελασγούς, και ξεκινώντας αρχικά από ένα μικρό πυρήνα, έφτασαν στους τεράστιους αριθμούς που αντιπροσωπεύουν τώρα με την ενσωμάτωση διαφόρων ξένων εθνών, ανάμεσα στα οποία ήταν και οι Πελασγοί. Δεν πιστεύω ότι οι Πελασγοί, ένας βαρβαρικός λαός, έγινε ποτέ πολυάριθμος ή ισχυρός». Ωστόσο η διαφορά έθνους κατά τον Ηρόδοτο σημαίνει διαφορά φυλής μάλλον, παρά έθνους όπως το θεωρούμε σήμερον.

Και αντιγράφω ένα άλλο απόσπασμα του (Κλειώ 56) που επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές: «Οι έρευνες έδειξαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήταν δυνατότεροι από τους Δωριείς και οι Αθηναίοι από τους Ίωνες. Αυτοί οι δυο, από τους οποίους οι πρώτοι κατάγονταν από τους Πελασγούς, ενώ οι άλλοι από τους Έλληνες». Ποιος όμως πιστεύει ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ανήκαν στο Ελληνικό έθνος; Κατά τον Ηρόδοτο το Αθηναϊκό έθνος ήτο Πελασγικό, και Πελασγοί ήσαν και οι πρώτοι Αρκάδες και οι κάτοικοι του Κρότωνα και της Τροίας και άλλων πόλεων. Ο διαχωρισμός των Ελλήνων σε πολλά φύλα (Δρύοπες, Λέλεγες, Πελασγοί, Καύκωνες, Θράκες, Τηλεβόες κλπ) οφείλεται στον βαθύ γεωγραφικό διαχωρισμό τους, που και ακόμη και σήμερα δημιουργεί προβλήματα επικοινωνίας σε ορισμένες εποχές του έτους. Συνεπώς, ούτε από βορρά κατήλθαν στην Ελλάδα, ούτε Σλαύοι εξελληνισθέντες είναι οι Έλληνες -όπως υπεστήριζε παλαιότερον ο Φαλμεράϊερ- ούτε τέλος προήλθαν από την Αγγλία, ανοησίες που διετύπωσε στο «μυθιστόρημά» του το 1842 ο Λόρδος Μπούλβερ Λύττον, και συνηγόρησε με αυτές και ο Γερμανός επιστήμων Μύλλερ. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει.

Οι Ευρωπαίοι προέρχονται από τους Αιγαίους Πελασγούς Πρωτοέλληνες, αλλά αυτό δεν το ανέχεται ο εγωισμός των που θέλουν πάση θυσία να συμμετέχουν στον λαμπρότερο πολιτισμό που έφτιαξε ο άνθρωπος ως τώρα. Είναι απίθανον να είχαν ξένη προέλευση οι Έλληνες διότι προ των περιόδων των παγετώνων, ως προανεφέρθη, ολόκληρος η Βόρεια Ευρώπη, η πέραν του Δουνάβεως και εντεύθεν του κάτω Ρήνου και των Άλπεων, αλλά και η Ανατολή-μηδέ της βορείας Περσίας και των Ινδιών εξαιρουμένων- εκαλύπτοντο από παγετώνες. Αλλά και μετά την τήξη των παγετώνων τα πεδινά μέρη εκαλύφθησαν από ύδατα και λάσπη. Επομένως, ήτο αδύνατον να ζήσουν, και πολύ περισσότερο να δημιουργήσουν πολιτισμό στις περιοχές της Μεσευρώπης οι υποτιθέμενοι ΙΕ ή Άριοι και αργότερον να τον μεταφυτεύσουν στους Αιγαίους Πελασγούς. Διότι οι τελευταίοι είχαν το προνόμιο να ζουν στην πλέον εύκρατη περιοχή του κόσμου, να «κολυμπούν» στην Μεσόγειο Θάλασσα και να επικοινωνούν με όλους τους λαούς του τότε γνωστού κόσμου. Και τότε φυσικά δεν υπήρχον οι σημερινές πηγές ενέργειας, για να στηρίξουν οι βόρειοι πολιτισμό, όπως συμβαίνει σήμερον με την σύσταση του τεχνολογικού πολιτισμού.

Οι Πολυταξιδεμένοι Πελασγοί

Ο Πελασγός είναι τόσο παλιός ώστε φέρεται, σύμφωνα με την μυθολογία, ως υιός του Ποσειδώνος. Ο συμβολισμός αυτός είναι σύμφωνος με την θαλασσινή καταγωγή του Ελληνικού έθνους και την ναυτοσύνη των Ελλήνων. Αλλά και ο Ίναχος, ο «πρώτος άνθρωπος της Πελοποννήσου», ήτο υιός των Ωκεανού και της θαλασσινής θεάς Τηθύος. Δεν υπήρχον τότε άλλοι προηγμένοι άνθρωποι, που να ταξιδεύουν όχι μόνον θαλασσίως αλλά δια ξηράς βορείως ή ανατολικώς του Δουνάβεως. Πώς όμως έμαθαν οι Αρχαιοέλληνες Αιγαίοι Πελασγοί να ταξιδεύουν;

Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδος βρέθηκαν ξεκομμένοι στα νησιά από την φυλή και τους συγγενείς των και επιθυμούσαν διακαώς να ξεφύγουν από αυτήν την απομόνωση. Έτσι έμαθαν να θαλασσοπορούν, πρώτα πάνω σε κορμούς δένδρων και έπειτα σε πλοιάρια. Οι Έλληνες από τα πανάρχαια χρόνια συνδέονται στενότατα με την θάλασσα και κυριολεκτικά αλωνίζουν το Αιγαίο και την Μεσόγειο θάλασσα.

Από το Αιγαίο και τα Μικρασιατικά παράλια εισχώρησαν προοδευτικά και ακτινοειδώς-εν είδη βεντάλιας-προς βορράν, ανατολάς, νότον και δυτικά και εκπολίτισαν τις υποανάπτυκτες φυλές, όταν οι κλιματολογικές συνθήκες το επέτρεψαν. Τότε τα θαλάσσια ταξίδια ήσαν σχετικώς ευκολότερα και πιο ασφαλή εν συγκρίσει με τα χερσαία. Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδος είναι φυσικό οι πέριξ του Αιγαίου νομάδες να μετακινήθηκαν προς βορράν και ανατολάς προς εξεύρεση βοσκοτόπων για τα ποίμνια των. Αυτοί εισχώρησαν στις αποστραγγιζόμενες πεδιάδες μετά την υποχώρηση των υδάτων. Τέτοιες παλινδρομικές μετακινήσεις -άγνωστον πόσες- ασφαλώς συνέβησαν στην διάρκεια των χιλιετιών υπό την πίεση των αναγκών των πληθυσμών της εποχής. Όμως το κύριο ρεύμα μετανάστευσης ήτο σταθερά προσανατολισμένο από την περιοχή του Αιγαίου και της Χερσονήσου του Αίμου προς βορράν, νότον, ανατολάς και δυσμάς, διότι οι έποικοι ανεζήτουν νέες κενές και παρθένες εκτάσεις, αρχικά για την κτηνοτροφική και βραδύτερα για την γεωργική τους εκμετάλλευση. Εξ άλλου η τάση αυτή προς μετανάστευση συνεχίζεται ως την εποχή μας (μεταναστευτικά κύματα προς Αμερική, Αυστραλία κλπ).Πάντως στην αρχή ζούσαν βίον νομαδικόν, όπως ακριβώς και οι Σαρακατσαναίοι της Πίνδου, οι οποίοι μπορούμε να πούμε ότι είναι οι γνησιότεροι και αρχαιότεροι Πρωτοέλληνες «Ευρωπαίοι», απόγονοι των Πελασγών.

Εξ Αιγηίδος ο Πολιτισμός

Εκ της Αιγηίδος ξεκίνησαν όλοι εκείνοι οι λαοί, οι οποίοι παρουσιάζονται βραδύτερον στις γύρω περιοχές της Μικρασίας, του Καυκάσου και της Μεσογείου ως τον Δούναβη με διάφορες ονομασίες, μεταφέροντες μαζί και τον πολιτισμό τους. Είναι φυσικά αδύνατον να προσδιορισθή πόσα χρόνια πέρασαν μετά την καταβύθιση της Αιγηίδος, μέχρις ότου διαμορφωθούν σε φυλές οι διάφορες αυτές ομάδες που διεσώθησαν στα παράλια ή μετεκινήθησαν στα ενδότερα. Κατά τις μαρτυρίες των Αιγυπτίων ιερέων της Σάϊν προς τον Σόλωνα, όπως αναφέρει ο Πλάτων στον «Τίμαιο», από τους Αρχαιοέλληνες Αιγαίους πήραν τον πολιτισμό. Τούτο καταφαίνεται και από τις επιδόσεις των στην ναυσιπλοία, αλλά και στις τέχνες (προηγμένη Κυκλαδίτικη τέχνη αγαλματιδίων). Τα προπαγανδιστικά μυθεύματα περί αφίξεως Φοινίκων και άλλων («Μαύρη Αθηνά», Μπερνάλ), εκτός του ότι στερούνται λογικής και επαρκούς τεκμηρίωσης έχουν επιστημονικά καταπέσει, αφού και ο ίδιος παρεδέχθη ότι το κίνητρο του ήτο το κέρδος και η προσέλκυση της προσοχής.

Το πολλαπλά διαφημισθέν αφήγημα του Μεσοποταμίου Γιλγαμές, το οποίο θέλησαν να παρουσιάσουν σαν απόδειξη της παλαιάς πνευματικής ανάπτυξης των διαφόρων λαών της Μεσοποταμίας, είναι πολύ νεώτερο και κακότεχνο κατασκεύασμα, συντεθέν βάσει Ελληνικών παραδόσεων και μύθων. Πρόκειται πράγματι περί κακότεχνης αντιγραφής των αναφερομένων περί του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, ο οποίος ας σημειωθή, είναι παλαιότερος του κατακλυσμού του Νώε, εάν έγινε φυσικά κι αυτός. Γιατί όλα τα γραφόμενα περί του κατακλυσμού του Νώε είναι τερατώδη, αντιεπιστημονικά και προσιδιάζοντα μόνον σε λαό που δεν είχε ιδέα περί της θαλάσσης και της ναυσιπλοϊας.

Αντίθετα από τα κείμενα των Ορφικών περί του κατακλυσμού του Ωγύγου πιστοποιείται ότι κανένας άλλος αρχαίος λαός δεν έχει παλαιότερες αναμνήσεις και επιστημονικές μαρτυρίες και ούτε έχει σημειώσει πνευματικές εκδηλώσεις και άλλες ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις (λ.χ. αστρονομικές παρατηρήσεις 11.000 ετών π.Χ.) όπως αυτές που περιέχονται στα αρχαία Ελληνικά κείμενα. Όπως μας πληροφορεί ο Έρμαν Ντίλς [«Προσωκρατικοί», Κεφ. Ορφεύς, σελ. 3] οι Αιγαίοι Αρχαιοέλληνες έγραφον τις παρατηρήσεις των αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν επί λεπτών σανίδων, λίθων ή οστράκων (γραφή Δισπηλιού, Γιούρων, Αλοννήσου κλπ),γεγονός που μαρτυρεί ότι ήσαν εχέφρονες άνθρωποι (Homo Sapiens). Το ερώτημα που γεννάται λοιπόν είναι γιατί είχαν αγνοήσει ή παραμερίσει τόσο σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία οι νεώτεροι δήθεν «σοφοί» ερευνητές της Δύσεως;

Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο το γεγονός, διότι η Ελληνική Προϊστορία καίει και προτιμούν να την αγνοούν, να την παραμερίζουν και όταν βγαίνη τυχαίως στην επιφάνεια να την αποσιωπούν ή να την παραχαράζουν ακόμη. Διότι στην περιοχή αυτή κατοικούσαν εχέφρονες άνθρωποι όχι προ 10, 20 χιλιετιών -όπως ισχυρίζονται για την Μεσοποταμία οι γνωστοί Φοινικιστές ή προ 35-40.000 ετών των Αφροκεντριστών- αλλά προ 100, 800.000 ετών, αλλά και εκατομμυρίων ετών, όπως απέδειξαν οι έρευνες των Πετραλώνων, της Τρίγλιας και της Πτολεμαΐδος, υπό του ανθρωπολόγου-αρχαιολόγου κ. Άρη Πουλιανού. Επομένως οι Αμερικανικές έρευνες στο σπήλαιο Φράχθυ της Ερμιονίδος, οι οποίες έφεραν στο φως στοιχεία του πολιτισμού προ 25 χιλιάδων ετών, έρχονται να αποδείξουν την ύπαρξη και την συνέχεια της αναπτύξεως του ανθρώπου στον Ελλαδικό χώρο. Τα κενά που σήμερον υπάρχουν σε μακρές περιόδους της ιστορίας δεν σημαίνουν αρνητική ύπαρξη ζωής, αλλά μάλλον έλλειψη συστηματικών ερευνών στην περιοχή αυτή.

Ο Πολιτισμός των Ρωμαίων

Ο εκπολιτισμός είναι πανάρχαιος και ανάγεται από την εποχή των Ετρούσκων και Τυρσηνών. Όμως ο κυρίως πολιτισμός των Ρωμαίων πριν αρχίσουν την αυτοκρατορική τους πορεία άρχισε κυρίως μετά την κατάκτηση της Ελλάδος (180-120 π.Χ), δηλαδή από την εποχή του Καίσαρος. Προηγουμένως οι φυλές της Κεντρικής και Βορείου Ιταλίας ήσαν σχετικά πρωτόγονες και άξεστες, δεν γνώριζαν την γραφήν και εσυνήθιζαν ακόμη και την ανθρωποφαγία και ανθρωποθυσία σε παλαιότερες εποχές. Επομένως, τον πολιτισμό και την γραφή όλοι οι Ευρωπαίοι την χρεωστούν στους Πελασγούς και Κρήτες Πρωτοέλληνες. Η Λατινική γραφή είναι κι αυτή Ελληνική (Χαλκιδικό αλφάβητο) και ο Ρωμαϊκός Πολιτισμός είναι αντίγραφο -συχνά κακέκτυπο- του Ελληνικού Πολιτισμού. Έτσι αποδεικνύεται η πανάρχαια κοινή καταγωγή των κατοίκων της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης (Τεύτονες, Γαλάτες, Σουάβοι, Σάξωνες, Ίβηρες κλπ) από τους Αιγαίους Πρωτοέλληνες.

Οι λαοί αυτοί διατηρούν ακόμη ονομασίες ορισμένων θεών της Αρχαίας Ελλάδος, λέξεις ή ρίζες λέξεων της αρχικής μητρικής των γλώσσας, ή μάλλον του γλωσσικού ιδιώματος των το οποίο ανήκει στην Ελληνική (Ινδοευρωπαϊκή) ομογλωσσία. Επειδή συν τω χρόνω αυτοί ήρθαν σε επιμειξία με άλλους λαούς, αλλά και λόγω διαφορετικών κλιματολογικών και πολιτιστικών συνθηκών, ήτο επόμενον να διαφοροποιηθούν και να απομακρυνθούν αναγκαστικά από την αρχική πολιτιστική των κοιτίδα, του Αιγαίου. Άλλοι εξ αυτών στις νέες των πατρίδες εκβαρβαρίστηκαν ή αφομοιώθησαν για να επιβιώσουν και παρέμειναν ανεξέλικτοι, όπως τους ανευρίσκουμε μετέπειτα κατά την ιστορική περίοδο, διασκορπισμένους σε διάφορες χώρες του βορρά σε φυλές (Κιμμέριοι, Σκύθες, Γέτες, Αριμασποί, Γέλωνες, Μασαγέτες, Βουδίνοι, Αγριππαίοι, Ισηδόνες, Σαρμάτες, Δάκες κ.ο.κ.). Αυτοί εξελίχθησαν αργότερα υπό την επίδραση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και δημιούργησαν τα γνωστά έθνη του βορρά και της Ανατολής. Εκείνους που εισχώρησαν ανατολικότερα και εκείθεν της λίμνης Βαϊκάλης, τους ανευρίσκουμε κατόπιν ως Υπερβορείους ( ή ως Γκιλάκους).

Στην Ιαπωνία έφθασε προ αμνημονεύτων χρόνων μια λευκή φυλή, οι Αϊνού (=Ίωνες), ενώ συναντώμεν διάσπαρτες λευκές φυλές στην Ασία και Άπω Ανατολή. [Βλέπε Τόμ. «ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ» «Γενική Εισαγωγήν» όπως και «Γενική Εισαγωγή» στο Δεύτερο βιβλίο του Ιωάν. Πασσά «ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ» και τα σχόλια στους «Ύμνους του Ορφέως»]. Οι Τούρκοι είναι ένα μωσαϊκό λαών στην πλειοψηφία των αυτοχθόνων που ζούσαν από αρχαιοτάτων χρόνων στην περιοχή. Οι Τούρκοι αποτελούν μια μικρή μειοψηφία που κατήλθαν σαν νομάδες από τα υψίπεδα της Κεντρικής Ασίας, από την περιοχή του Αλτάϊ, στην Μεσόγειο. Οι τελευταίοι είναι Ταταρομογγολικής καταγωγής και έμειναν άξεστοι και απολίτιστοι από της εγκαταστάσεως τους στην Μικρά Ασία ως σήμερον. Η φυλή αυτή αποτελούσε την ιθύνουσα τάξη της Οθωμανικής Τουρκίας, αλλά και της σημερινής Κεμαλικής Τουρκίας.

Η Καταγωγή των Ευρωπαϊκών Λαών

Κατά τον Αθαν.Σταγειρίτη [«ΩΓΥΓΙΑ», Τόμ. Β του Αθαν.Σταγειρίτη, Εκδ. Βιέννης 1808] η καταγωγή όλων των φυλών -και φυσικά των νεωτέρων Εθνών της Βορείου, Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και οι λευκοί της Ρωσσίας και Κεντρικής Ασίας- προέρχονται από το Αιγαίον, και συγκεκριμένα από τον Ελληνικό πολιτιστικό χώρο, και όχι από τους ανύπαρκτους Ινδοευρωπαίους [Βλέπε Διόδ. Σικελιώτη, Βιβλ. Α, Στράβωνα, «Εισαγωγή» και Συρέ «Οι Μεγάλοι Μύσται», Καρλάυλ «Οι Ήρωες» (Οντίν) και Σαρλ Μπερλίτζ «Τα Μυστήρια από ξεχασμένους Κόσμους»]. Η εξέταση των λεγομένων Αριανών γλωσσών, όπως πραγματικά ομιλούνται σήμερον διαθέτουν πολυάριθμα Πελασγικά στοιχεία, τα οποία αναμφισβήτητα προέρχονται από την Πελασγική των κοιτίδα, τα Βαλκάνια, την Κάτω Ιταλία και την Μ. Ασία.

Όταν η ίδια ρίζα βρίσκεται σ’ όλες τις γλώσσες ή στις περισσότερες από αυτές, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι το αντικείμενο που υποδηλούται δια της ρίζας ταύτης, ήτο κοινό για τους προγόνους των, οι οποίοι είχαν κάποτε τον ίδιο πολιτισμό. [Για παράδειγμα η λέξη «Άξων», υπάρχει παρεφθαρμένη σ’ όλες τις λεγόμενες αριανές γλώσσες, διότι οι λαοί αυτοί γνώριζαν όλοι την βοήλατη άμαξα. Ορισμένοι την βελτίωσαν και της έβαλαν ακτίνες στο διάβα του χρόνου, ενώ άλλοι διατήρησαν τον παραδοσιακό τροχό εκ κορμού δένδρου. Άρα διαφοροποιήθησαν. Με την πρόσθεση λοιπόν νέων λέξεων αρχίζει η διαφοροποίηση της γλώσσας και της ταυτότητας των λαών]. Έτσι έγινε βαθμιαία η διαφοροποίηση των φυλών εκ της αρχικής των καταγωγής. Τελικά παραμένει η κοινή καταγωγή σαν μύθος. Ο μύθος λ.χ της Ατλαντίδος, ο οποίος σχετίζεται με την πανάρχαιη δραστηριότητα της Ελληνικής φυλής, όπως δείχνουν τα διάφορα ευρήματα, υπήρξε κάποτε πραγματικότης. Όχι όμως και ο τεχνητός «μύθος» περί των Ινδοευρωπαίων.

Ο Μύθος των Ινδοευρωπαίων

Η κάθοδος φυλών από Βορρά και Ανατολών στην Ελληνική Χερσόνησο, για να εκπολιτίσουν τους δήθεν άξεστους Αιγαίους, δεν ευσταθεί ούτε επιστημονικά, αλλά ούτε από λογικής απόψεως, διότι οι Αιγαίοι ήσαν αποδεδειγμένα ναυτικός και στο έπακρον πολιτισμένος λαός που ταξίδευε, από την χαραυγή της Προϊστορίας του, όχι μόνον στην Μεσόγειο, αλλά και στους Ωκεανούς. Αν δεχθούμε τις δοξασίες περί «Ινδοευρωπαϊστών», τότε θα έπρεπε κανονικά να είχαν βρεθή κάπου τα ίχνη τους, ο ανώτερος πολιτισμός τους, η γλώσσα τους και τέλος τα ιστορικά πνευματικά μνημεία που θα άφηναν πίσω στην αρχική των κοιτίδα. Τέτοιο πράγμα όμως δεν έχει βρεθή. Τίποτα απολύτως δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη τους.

Αντίθετα, συνεχώς έρχονται στο φως νέες συντριπτικές αποδείξεις και ατράνταχτα τεκμήρια από τον Ελληνικό χώρο και εκτός αυτού-στις χώρες που ταξίδευσε-που επιβεβαιώνουν ότι οι Αιγαίοι Πρωτοέλληνες μετέδωσαν πρώτοι τον πολιτισμό τους σ’ όλους τους λαούς του τότε γνωστού κόσμου. Βέβαια, όλες αυτές οι αντιεπιστημονικές και δογματικές θεωρίες του παρελθόντος έχουν προ πολλού καταπέσει, αλλά επανέρχονται κάθε φορά με καινούργιο περιτύλιγμα στην επικαιρότητα από το «επιστημονικό» κατεστημένο της διεθνούς εξουσίας. Γιατί αυτός ο μύθος βολεύει την διαιώνιση της εξουσίας τους. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια έξαρση του φαινομένου τούτου. Παντού επιδιώκουν να μειώσουν την αξία και την συμβολή του ανυπέρβλητου Ελληνικού παράγοντα στην δημιουργία του παγκόσμιου Πολιτισμού [Βλέπε «ΦΥΣΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ», Τόμ. «ΕΛΛΑΣ» της Εγκυκλοπ. «ΗΛΙΟΣ», του Ιωάννη Κουμάρη]. Αρκεί να επαναλάβουμε ότι «όταν οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν τον Παρθενώνα, οι πρόγονοι των σημερινών Άγγλων ζούσαν μέσα στα σπήλαια ή στα ανήλια δάση, ενώ πλείστοι απ’ αυτούς και άλλοι βόρειοι λαοί, ήσαν ακόμη ανθρωποφάγοι ή έκαναν ανθρωποθυσίες» [Στράβων, βιβλ.VI, σελ. 226, 21] [Ανέκαθεν το θαρραλέο και ανήσυχο Βρεταννικό έθνος συμπεριφέρθηκε αλαζονικά και σαν κατακτητής στην Ελλάδα, μιμούμενο τους δήθεν ξανθούς Ινδοευρωπαίους αποικιοκράτες και εκπολιτιστές]. Ακόμη και στην γειτονική μας Ιταλία, ακόμη και κατά την κλασσική εποχή, εθυσίαζαν παίδες στην εορτή των Κομπιταλίων και Λαραλίων, και μόλις επί Βρούτου κατηργήθη το έθιμον τούτο.[«ΩΓΥΓΙΑ» του Αθαν. Σταγειρίτη, Β. Τόμ. σελ.480].

Επομένως, είναι απαράδεκτη και εξοργιστική η τόσο κραυγαλέα παραποίηση και διαστροφή της Ιστορίας και Προϊστορίας των Ελλήνων. Δωδωναία η Λατρεία των Δρυίδων. Σύμφωνα με παλαιότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, διεπιστώθη ότι κατά την Μινωική περίοδο οι Κρήτες θαλασσοπόροι μετέφεραν στην Μεσόγειο «Κασσίτερο» από την Αγγλία. Όμως δεν πήγαιναν με άδεια χέρια εκεί. Τους μετέδιδαν τον ανώτερο Κρητομινωϊκό πολιτισμός τους. Πρόσφατα, ανεκαλύφθησαν στην Αγγλία προϊστορικές Ελληνικές εγκαταστάσεις, οι οποίες φανερώνουν ότι οι πρωτόγονοι και καθυστερημένοι λαοί της Αγγλίας δέχθηκαν την επίδραση των Ελλήνων και συν τω χρόνω εκπολιτίσθησαν. Έτσι αποδεικνύεται ότι η πανάρχαια λατρεία των Δρυίδων στην Βρεταννία είναι Ελληνικής προέλευσης, εκ του Μαντείου της Δωδώνης, και μετεφέρθη εκεί προ αμνημονεύτων χρόνων. Η Ελληνική Προϊστορία παρουσιάζει πράγματι ένα εκπληκτικό μυστήριο και μια σαγηνευτική πρόκληση για αυτόν που θα προσπαθήση να την αποκρυπτογράφηση και να εμβαθύνη σ’ αυτήν. Η αυτοχθονία των Ελλήνων έχει αποδειχθή με ατράνταχτα τεκμήρια από διαπρεπείς ανθρωπολόγους, όπως ο Ιωάν. Κουμάρης [Βλέπε άρθρον «Φυσική Ανθρωπολογία» Ιωάν. Κουμάρη, Α. Μέρος, Τόμος «ΕΛΛΑΣ», Εγκυκλοπ. «ΗΛΙΟΣ» και Αλέξη Σίνου «Η Γεωγραφική Ενότης του Ελληνικού Μεσογειακού Χώρου» Μέρος Α. Σελ. 94-95, Μέρος Β. Σελ.179-182 κλπ].

Ο Ευρωπαίος «Αρχάνθρωπος» των Πετραλώνων

Αδιάσειστα τεκμήρια της γηγενούς προέλευσης του Έλληνα έφερε εσχάτως εις φως ο διεθνούς κύρους ανθρωπολόγος Άρης Πουλιανός με την ανακάλυψη του «Ευρωπαίου Αρχανθρώπου των Πετραλώνων Χαλκιδικής» και του «Κυνηγού Ελεφάντων της Πτολεμαίδος» για τον οποίο θα μιλήσουμε σε άλλο κεφάλαιο. Ο Ορφεύς λέγει: «ήδ’ όσον Αιγύπτω ιερόν λόγον εξελόγχευσα», δηλαδή στην Αίγυπτο και στην Λιβύην, εδίδαξα,(εξελόγχευσα=εξεγέννησα) τον ιερόν λόγον [«Αργοναυτικά» των «Ορφικών» στίχ. 42-44 και 102 Εκδ. Λειψίας TAUCHNIZIT 1829]. [Τυγχάνει ευνόητον ότι το «εξελόγχευσα» δεν σημαίνει ότι «εδιδάχθην», όπως υπεστήριξαν αμαθέστατοι και κακοηθέστατοι συγγραφείς].

Επομένως, η απόδειξη αυτή κονιορτοποιεί κάθε άλλη παλαιά και νεώτερη δογματική θεωρία, οι εμπνευστές των οποίων δεν μπαίνουν καν στον κόπο να τις τεκμηριώσουν με στοιχεία. Είναι γνωστόν ότι κατά την 8 ην χιλιετίαν π.Χ. ελάμβανε χώραν μεταφορά Οψιανού Λίθου με πλοία από την νήσο Μήλον του Αιγαίου πελάγους στην Αργολίδα, όπως απέδειξαν τα ευρήματα οψιανού λίθου στο σπήλαιο του Φράγχθη της Αργολίδος. Άρα οι Αιγαίοι από τότε θαλασσοπορούσαν. Αλλά και στον χώρον της Ανατ. Μεσογείου οι Πρωτοέλληνες Μινωίτες και Μυκηναίοι κυριαρχούν από αμνημονεύτων χρόνων. [Πανάρχαιοι Αχαιοί Κρήτες και Κύπριοι οι αρχαιο-Φοίνικες και οι Φιλισταίοι και «Παλαισάτι», διέσχιζαν την Μεσόγειο για να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη].

Ο Ισοκράτης το διαλαλεί ότι: «Είμαστε αυτόχθονες. Δεν διώξαμε άλλους που ήσαν εδώ, ούτε ήρθαμε από αλλού να την καταλάβουμε έρημη από πληθυσμό, ούτε είμαστε μιγάδες και ανακατεμένοι με άλλα έθνη, αλλά προερχόμεθα από καλό και γνήσιον έθνος, ώστε γεννηθήκαμε σ’ αυτήν εδώ την γην, την κατέχουμε και διαβιούμε όλον τον καιρό. Ασχέτως αν όλον τον 20ον αιώνα η διεθνής εξουσία ραδιουργεί σε βάρος του Ελληνισμού και με την χρησιμοποίηση της Τουρκίας σαν «πολιορκητικό κριό» επιδιώκει την έξωση του Ελληνικού Γένους από τις πανάρχαιες πατρογονικές του εστίες (Μικρά Ασία, Κύπρος, Αιγαίο, Μακεδονία, Ηπειρο). [Η διεθνής εξουσία και οι εδώ υπηρέτες και διεκπεραιωτές της θέλουν να μας επιφέρουν ανάμειξη και να μας μεταβάλουν σ’ ένα άθλιο συνονθύλευμα, ώστε να απωλέσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Προς τούτο συμβάλουν και ορισμένοι «γραικύλοι» και δήθεν.

Παρθενώνας


Παρθενώνας – Πηγή Γεωμαγνητικής και Κοσμικής Ενέργειας

Παρθενώνας

Ο Πλάτωνας περιγράφει στον Τιμαίο, την πνευματική ουσία του σύμπαντος, το κοσμικό σώμα ή σώμα του σύμπαντος το οποίο ο Θεός το δημιούργησε με βάση την γεωμετρία και τα μαθηματικά που εκφράζονται μέσω των μεγάλων κοσμικών νόμων δημιουργώντας μέσω των ενεργειών δομές και φόρμες ( Στερεά ) που εκφράζονται μέσω του μέσου και άκρου λόγου και φυσικά του Φ .

Ο Πλάτωνας πίστευε ότι τα πολύεδρα είναι οι θεμέλιοι λίθοι, τα πλέον βασικά και σημαντικά δομικά στοιχεία στην δημιουργία του Σύμπαντος.

O Kepler, ο οποίος γνώριζε άπταιστα αρχαία ελληνικά, μελέτησε τα έργα αρχαίων Ελλήνων επιστημόνων και παρατήρησε με τις μετέπειτα έρευνες του ότι οι τροχιές των πλανητών – και της Γης εν προκειμένω – «γράφουν» κατά την περιστροφή τους την περιφέρεια συγκεκριμένων πολύεδρων.

Για παράδειγμα, η Τροχιά του Άρη γράφει την περιφέρεια ενός Τετραέδρου. Η τροχιά του Διός την περιφέρεια ενός κύβου. Η τροχιά της Αφροδίτης την περιφέρεια Οκταέδρου της Γης, εικοσαέδρου κλπ.

Στον Πυθαγόρα όσον αφορά τα «κοσμικά στερεά», βασίζεται στην ιδέα του ότι ο άνθρωπος και η Γη είναι ένα ιδανικό μαθηματικό και μηχανικό μοντέλο, όπου ο ένας επηρεάζει την συμπεριφορά του άλλου και συνεπώς την εξέλιξή του σε επίπεδο δομής.

Ο άνθρωπος ζει πάνω στην Γη, άρα είναι σε σχέση με αυτήν και αντίστροφα. Το σύστημα «Γη-Άνθρωπος» είναι ένα σύστημα αυτόματου ελέγχου με το οποίο ο ένας δεν μπορεί να δρα ανεξάρτητα από τον άλλον, χωρίς να επηρεάζεται το όλο σύστημα!

Αν λάβουμε υπόψιν τώρα ότι η Γη έχει συγκεκριμένα σημεία τα οποία σχετίζονται άμεσα με τα ενεργειακά πεδία της, δηλαδή περιοχές με αυξημένη ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα ή χωρητικότητα, περιοχές που λόγω δυναμικού – δηλαδή λόγω απόστασης από συγκεκριμένες εστίες ενέργειας (ουράνια σώματα) επηρεάζουν τη Γη δημιουργώντας μαγνητικά πεδία που επηρεάζουν όλο το γύρω χώρο και την χλωρίδα και βεβαίως την συμπεριφορά των υδάτων των ανθρώπων και των ζώων (Σελήνη).

Η αμοιβαία σχέση Άνθρωπος – Γη – ουράνια σώματα ίσως είναι και το κλειδί των Πυλών τόσο προς τα άστρα, αλλά και από τα άστρα προς Γη (http://www.thelivingmoon.com/42stargate/03files/Amaru_Maru.html )
(ή κατευθείαν μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο!).

Ή ακόμα πιθανότατα εκεί να βρίσκεται και η αιτία πολλών καταστροφών που συνέβησαν στην Γη.

Η γεωμετρία των σχημάτων που γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων στις κατασκευές τους, φυσικά και δεν ήταν τυχαία.

Η τέλεια γεωμετρική κατασκευή των πυραμίδων δεν είναι αποτέλεσμα τύχης. Αλλά εξίσου τυχαία δεν είναι η κατάργηση της αρμονίας και της Γεωμετρίας στα έργα που άφησαν πίσω τους οι Μεγάλοι Αρχαίοι, μεγαλιθικά μνημεία βαριά ογκώδη με άναρχη δόμηση εκφράζουν την προσωποποίηση της επιβολής της Δύναμης στην κοσμική ψυχή και την κατώτερη πνευματική ιδιότητα των κατασκευαστών.

Φυσικά, ο αστρολογικός προσανατολισμός είναι δεδομένος αλλά η επιστημονική γνώση και η μηχανική δεν είναι απαραίτητα στοιχεία πνευματικά εξελιγμένων Όντων….

Ο Γερμανός επιστήμονας H. SCHMUTZ, ο οποίος έγραψε το βιβλίο «Η ΠΕΝΤΑΕΔΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΓΗΣ» κάνει λεπτομερή περιγραφή για το Πεντάγωνο και τις ιδιότητές του και φυσικά την σχέση του με την Γη μας. Από όλο το βιβλίο κράτησα μια πρόταση
«Η ενεργειακή κατάσταση ενός τόπου, δεν μεταβάλλεται εύκολα και για να το επιτύχει αυτό κανείς θα πρέπει συνεχώς να βομβαρδίζει το σημείο εκείνο με ηλεκτρομαγνητικά κύματα υπερυψηλής συχνότητας. Η αλλαγή όμως του ενεργειακού πεδίου σε ένα σημείο του πλανήτη, μπορεί να επιφέρει ανεπανόρθωτες βλάβες στην ισορροπία του Όλου οικοσυστήματος».

Πρόσφατα στην ΧΙΛΗ (όχι τυχαίο μέρος) μετακινήθηκε 3 χιλιόμετρα μία πόλη.
Πράγμα που σημαίνει ότι δοκιμάζουν ξανά να φέρουν τις μοιραίες αλλαγές στην Γη (που τίποτα καλό δεν προμηνύουν).

Για του λόγου το αληθές το σύστημα διατεταγμένων κεραιών Η.Α.Α.R.P. στην Αλάσκα, την Νορβηγία, και την Κύπρο, με τις συνέπειες της εστιασμένης ενέργειας στην Ιονόσφαιρα.

Ένα όπλο μαζικής καταστροφής, και επηρεασμού των συχνοτήτων του ανθρώπινου νου με ό,τι τραγικές συνέπειες μπορεί αυτό να επιφέρει, με συνδυασμένη παρενέργεια από τις μολύνσεις ψυχοδραστικών – νευροτοξικών ουσιών βαρίου, και αλουμινίου που κατά τακτά χρονικά διαστήματα αεροπλάνα ψεκάζουν στην ατμόσφαιρα Ελλάδας, Αμερικής, και σε κάποιες άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, προκειμένου να μπορέσουν κάποιοι επιστήμονες – ερευνητές να χαρτογραφήσουν την ενεργειακή ροή της γης. Τα ρεύματα και τις αλληλεπιδράσεις με ουράνια σώματα.

Είναι αισχρό να χρησιμοποιούνται ως όπλα μαζικής καταστροφής αυτές ακριβώς οι ακτινοβολίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από την Ιατρική για την θεραπεία της τρέλας, της σχιζοφρένειας, των επιλυπτικών καταστάσεων και άλλων σχετικών νόσων.
Η αστρολογία διασώζει στα σύμβολά της την ροή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, στο σύμβολο του υδροχόου.

Για κατακλείδα μπορούμε να δούμε ακριβώς αυτήν την γνώση αλληλεπίδρασης της ενέργειας με το οικοσύνολο στον ΝΑΟ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΑΘΗΝΑΣ .

Κατ αρχήν αν εξετάσουμε λεπτομερώς τις διαστάσεις του,θα διαπιστώσουμε πως μέσα σ’αυτά τα νούμερα εκφράζονται συμπαντικές μονάδες μέτρησης,όπως οι αριθμοί φ=1,61803 (χρυσή τομή),π=3,1416, e=2,61802..(νεπέριος αριθμός που είναι ίσος περίπου με φ2).
Εκτός αυτού μην ξεχνάμε επίσης τις δύο πυραμίδες που σχηματίζουν,οι προεκτάσεις του ιερού βράχου στα 835,50μ και οι προεκτάσεις των κιόνων του Παρθενώνα στα 1852μ.

Είναι γνωστόν ότι η Πυραμίδα,είναι το πλέον ενεργειακό στερεό σχήμα.

Στο βιβλίο του στρατηγού-συγγραφέα Γερ.Καλογεράκη «Η Διαθήκη του Προμηθέα»,αναφέρονται τα παρακάτω για την Ακρόπολη»:

Ο Παρθενώνας της Ακρόπολης των Αθηνών, είναι κατασκευασμένος από Πεντελικό μάρμαρο, η θεμελίωση είναι από πωρόλιθο, ο βράχος είναι από ασβεστόλιθο, το σχήμα του, η δόμηση το ύψος και το σχήμα των κιόνων συνιστούν μια πολύμορφη ηλεκτρική μηχανή με ασύλληπτα ενεργειακά αποτελέσματα, άγνωστα ακόμη σ’ εμάς.

Ίσως φαίνεται περίεργος ο τρόπος ελέγχου του ηλεκτρισμού από τους προγόνους μας, γιατί η σύγχρονη τεχνολογία με την πλήρη άγνοιά της έκανε το πρόβλημα πολυσύνθετο.

Η παραγόμενη πολύμορφη ενέργεια στο βράχο της Ακρόπολης, θα μπορούσε να καλύψει ένα τεράστιο μέρος από το ενεργειακό πρόβλημα της πόλης των Αθηνών.Πριν από αρκετά χρόνια η ενέργεια αυτή συντελούσε στην εξουδετέρωση της πολλαπλής μόλυνσης της ατμόσφαιρας της πόλης.Σήμερα όμως έχει΄εξουδετερωθεί αφ’ενός λόγω της απομάκρυνσης των μαρμάρων για να προφυλαχθούν από τους ρύπους της πόλεως και αφ’ετέρου λόγω του όγκου τσιμέντου και σιδήρου στα κτήρια των Αθηνών.

Το σημείο του ναού που ήταν τοποθετημένο το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς ήταν το σημείο της μεγίστης συσσώρευσης ενέργειας. Με τα σημερινά δεδομένα το άγαλμα ήταν ο ένας πόλος του συσσωρευτή βράχος και ο άλλος πόλος ήταν το πηγάδι, στο πίσω μέρος του ναού που είναι σήμερα σφραγισμένο. Έτσι ο στατικός ηλεκτρισμός του βράχου συσσωρευόταν στον ναό, δημιουργούσε μαγνητικό πεδίο, ηλεκτρεγερτική δύναμη και ιονισμό της ατμόσφαιρας και τα φαινόμενα αυτά ενισχυόταν στο μέγιστο από κρύσταλλο που βρισκόταν στο σπήλαιο κάτω από το ναό. Η ενέργεια διασκορπιζόταν για τους επιθυμητούς σκοπούς με τους κίονες του ναού, που χρησιμοποιούνταν σαν αγωγοί μεταφοράς της ενέργειας.

Τα υπόγεια τελλουρικά ρεύματα και το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο της γης συσσώρευαν στο βράχο ποσότητες στατικού ηλεκτρισμού που ενισχυόταν από το σχήμα του Παρθενώνα και το υλικό κατασκευής του, το πεντελικό,μάρμαρο και την κοσμική ενέργεια.

Όλη η σημερινή δομή του ναού δείχνει ότι υπήρχε γείωση για την αποφόρτιση και κενό κάτω από το ναό για εκτόνωση της πλεονάζουσας ενέργειας.

Οι γύρω από το βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών πέτρινοι λόφοι, είναι μέρος του όλου ενεργειακού πλέγματος παραγωγής πιεζοηλεκτρικών φαινομένων, αφού μετατρεπόταν σε συλλέκτες, κοσμικής ενεργείας και του γήινου ηλεκτρισμού, συγχρόνως και σε πυκνωτές ηλεκτρομαγνητικής ενεργείας.

Αργότερα τα οικήματα της βάσης του βράχου της Ακρόπολης συσσώρευαν και αυτά μεγάλο ποσό ενέργειας(ωδείο Περικλή με πυραμιδοειδή σκεπή και θέατρα).

Η στατικότητα των κατασκευών σε μεγάλο μέρος οφειλόταν στα δυναμικά πεδία που δημιουργούντο στους αρμούς συνδέσμου των κιόνων, και εξουδετέρωναν τάσεις μετατόπισης των σπονδύλων.

«Όλος ο βράχος είναι ισχυρότατος ενεργειακός χώρος, χώρος επικοινωνίας με το διάστημα και πύλη εξόδου σε άλλη διάσταση με επίκεντρο το σημείο τομής των διαγωνίων του Παρθενώνα»,σύμφωνα με μηνύματα των Ολυμπίων.

Ο βράχος της Ακρόπολης ήταν ισχυρός συσσωρευτής παντοειδούς ενέργειας, θετικών ηλεκτρομαγνητικών πεδίων και ο ναός μεταβαλλόταν σε πυκνωτή, που τη δέσμευε με το σχήμα, το υλικό κατασκευής και θεμελίωσης.

Ο συνδυασμός του Πεντελικού μαρμάρου, του πωρόλιθου θεμελίωσης και του ασβεστολιθικού βράχου, δημιουργούσαν πιεζοηλεκτρικά και ηλεκτροστατικά φορτία και αυτά παρήγαγαν μαγνητικό πεδίο, με αποτέλεσμα να έχουμε αδιάκοπη παραγωγή ηλεκτρισμού που συσσωρευόταν στο ναό. Η ενέργεια αυτή χρησιμοποιείτο και για την ενεργοποίηση του Γοργόνειου όταν απαιτείτο.

Η συσσωρευμένη ενέργεια εκτονώνονταν μέσα στα σπήλαια του βράχου της Ακρόπολης ή διαχέονταν στους γύρω λόφους και ενίσχυε τη φόρτιση των ομφαλών-συλλεκτών από μάρμαρο ή των ειδικών κρυστάλλων και έτσι δημιουργούσε ένα εκτεταμένο ενεργειακό πλέγμα.

Λόγω μορφολογίας της υπόγειας περιοχής του βράχου, των τελλουρικών ρευμάτων, και της κοσμικής ενέργειας λειτουργούσε και σαν οργονοσυλλέκτης(συλλέκτης αιθέρος).

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε για το βράχο ότι είναι πηγή γεωμαγνητικής και κοσμικής ενέργειας που συσσωρευόταν στον Παρθενώνα πυκνωτή, πόλο έλξης και μετασχηματιστή ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας και συγκρατούσε μεγάλα φορτία.

Η μεγίστη τιμή του ενεργειακού πεδίου του βράχου βρισκόταν στο σημείο τομής των διαγωνίων του ναού και μεταφερόταν και σε βάθος όπου υπήρχε ειδικός κρύσταλλος που ενίσχυε όλες τις μορφές ενέργειας. Μπορεί σήμερα κάποιοι να πέτυχαν την νέκρωση του ναού του Παρθενώνα, με τη χρησιμοποίηση τεμαχίων μπετόν αντί μαρμάρων στους κίονες, δεν μπόρεσαν όμως να κάνουν το ίδιο και στον βράχο παρά το σφράγισμα των σπηλαίων, με το οποίο εξουδετέρωσαν μερικά θετικά ενεργειακά στοιχεία.

Οι ιδιότητες του βράχου σε συνδυασμό με διάφορους κοσμικούς παράγοντες, που θ’ αναφέρουμε στην συνέχεια, δημιουργούσαν πίδακες φωτός, λάμψεις, φωταύγειες, ηχητικά φαινόμενα που έδιναν την αίσθηση ότι ο βράχος της Ακρόπολης δεν φιλοξενεί μόνο ιερά αλλά και τους ίδιους τους Ολύμπιους. Ο φωτισμός της Ακρόπολης τα βράδυα αποσκοπεί στην εξαφάνιση όλων αυτών των φαινομένων,επειδή ..κάποιοι το έχουν απαιτήσει.

Όπως προανεφέρθη, επεκτεινόμενες οι παρειές του βράχου σε ύψος 835,50 μ. καθώς και οι κολώνες σε ύψος 1852μ, σχηματίζουν πυραμιδοειδή στερεά που υποβοηθούν την συλλογή ενέργειας.

Πιό ενδιαφέρον σημείο του Βράχου της Ακρόπολης είναι οι σπηλιές που υπήρχαν στη Βάση του, ο αριθμός των οποίων κατά τους αρχαιολόγους κυμαίνεται μεταξύ πέντε και δέκα. Το περίεργο είναι ότι δεν υπάρχει καμμιά περιγραφή για το βάθος τους και τί φιλοξενούσαν αυτές, ούτε ερευνήθηκαν ποτέ.(;)

Γιατί σφραγίστηκαν οι σπηλιές και απαγορεύεται η προσέγγισή τους εδώ και χρόνια; Τί βάθος είχαν; Τί ήταν τα «Άρρητα» όπου και σήμερα κανένας δε μιλά γι’ αυτά; Τί μπορεί να συμβαίνει κάτω από το Βράχο?Υπάρχει θεμελίωση του Παρθενώνα ή όχι?

Η μυστική διατροφή των αρχαίων Ελλήνω


Η μυστική διατροφή των αρχαίων Ελλήνων για μακροζωία

Συμπόσιο

Το ημερήσιο διατροφικό πρόγραμμα των Αθηναίων

Το πρωινό των Αθηναίων ήταν λιτό. Περιελάμβανε το «ακράτισμα» που ήταν συνήθωςλίγο κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί , το λεγόμενο άκρατο οίνο. Μερικές φορές στο πρώτο αυτό γεύμα πρόσθεταν ελιές και σύκα . Πιο συχνά, όμως, το πρωινό ήταν απλά μια κούπα από «κυκεώνα», δηλαδή ένα ρόφημα από βρασμένο κριθάρι αρωματισμένο με μέντα ή θυμάρι, για το οποίο οι αρχαίοι πίστευαν ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας οι Αθηναίοι ελάμβαναν ακόμη τρία γεύματα: Το μεσημεριανό τους (το άριστον), το απογευματινό τους (δειλινό) και το δείπνο , το οποίο ήταν και το κύριο γεύμα της ημέρας και το ελάμβαναν αφού έπεφτε ο ήλιος. Ήταν πλούσιο και πολλές φορές τελείωνε με τραγήματα (επιδόρπια), φρούτα φρέσκα ή ξηρά, κυρίως σύκα, καρύδια, σταφύλια ή γλυκά με μέλι.

Το προϊόντα που έβαζαν στο τραπέζι τους

Το κρέας βρισκόταν συχνά στο μενού τους. Έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στο χοιρινό και στο μοσχάρι, ενώ σπανιότερα έτρωγαν κατσίκι και αρνί, ενώ έτρωγαν και κυνήγι και κυρίως τσίχλες, ορτύκια και ελάφια.

Μάλιστα, για να είναι μαλακά τα κρέατα έκαναν ότι και εμείς σήμερα δηλαδή τα μαρίναραν, κυρίως με χορταρικά.

Οι Αθηναίοι είχαν ιδιαίτερη αδυναμία στα θαλασσινά και στα όστρακα , ενώ από τα ψάρια φέρονται να προτιμούσαν τις τσιπούρες, τα μπαρμπούνια, τις σαρδέλες και τα χέλια, ενώ θέση στο τραπέζι τους είχαν και τα παστά ψάρια.

Στο μενού τους θέση είχαν και τα όσπρια, όπως τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια (ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά σε πουρέ (έτνος).

Εκλεκτό έδεσμα για τους αρχαίους ήταν τα σαλιγκάρια, τα οποία οι Κρητικοί έτρωγαν από την εποχή του Μίνωα.

Ιδιαίτερη ζήτηση είχαν και τα λαχανικά, τα οποία οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν στους κήπους τους. Προτιμούσαν τους βολβούς, τα μαρούλια, τον αρακά, τις αγκινάρες, τα βλίτα, το σέλινο, τον άνηθο και το δυόσμο. Άλλα χορταρικά, όπως τα μανιτάρια, το μάραθο, τα σπαράγγια, ακόμα και τις τρυφερές τσουκνίδες , τα αναζητούσαν στις ακροποταμιές και στα χωράφια. Από τα πιο αγαπημένα προϊόντα των αρχαίων ήταν τα αγγούρια και τα σύκα.

Το άγνωστο ιερό του Διός


Το άγνωστο ιερό του Διός στην κορυφή του Υμηττού

Το άγνωστο ιερό του Διός στην κορυφή του Υμηττού

Πολλές φορές έχουμε περάσει από εκεί, αλλά ποτέ δεν μας πέρασε το μυαλό ότι εκεί μπορεί να «κρύβεται» ένα ιερό του Υψίστου Θεού των Ελλήνων, του Διός!

Κοντά στον Εύζωνα, την υψηλότερη κορυφή του βουνού, βρέθηκε το ιερό του Υμηττίου Διός στο οποίο αναφέρεται ο Παυσανίας. Ο Παυσανίας αναφέρει βέβαια ότι στον Υμηττό υπήρχε επίσης προς τιμήν του Δία και δεύτερο ιερό αφιερωμένο στον Όμβριο Δία, τον γνωστό Ναό του Ομβρίου Διός και του Προοψίου Απόλλωνος που βρίσκεται στα ανατολικά του Υμηττού στο Κορωπί.

Σύμφωνα με το mthymettosgreece αρχαιολογικός χώρος είναι γύρω από ένα φυσικό βύθισμα περίπου 900 μέτρων από την κορυφή του βουνού και λίγο νοτιότερα από το πάρκο των μεγάλων κεραιών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών που υπάρχει σήμερα στην περιοχή της κορυφής.

Η ορατότητα από μέσα στο βύθισμα είναι περιορισμένη αφού εμποδίζεται από τα απότομα τοιχώματά του. Έξω, αλλά μόνο προς τα δυτικά, έχει κανείς ανεμπόδιστη θέα όλου του αργοσαρωνικού και της βόρειας Πελοποννήσου ενώ αντίθετα προς τα ανατολικά η θέα περιορίζεται από το χαμηλό γειτονικό ύψωμα.

Το άγνωστο ιερό του Διός στην κορυφή του Υμηττού

Οι πρώτες έρευνες στο χώρο διενεργήθηκαν από τον Carl Blegen το 1923 και 1924 και αργότερο, το 1939 και 1940, από τον ίδιο και τον Rodney Young. Ο πόλεμος διέκοψε τις τελευταίες αυτές έρευνες.

Ο χώρος ταυτοποιήθηκε ως ένα ιερό προς τιμήν του Διός με βάση τα όστρακα αγγείων που έφεραν αφιερώσεις στο Θεό. Μία μάλιστα ανέφερε το όνομα Σήμειος Δίας.

Έξω και ακριβώς δυτικά του βυθίσματος αποκαλύφθηκε η βάση ενός τετραγωνικού οικήματος με μήκος πλευράς 5,8 μ. Το πλάτος του βορείου και του ανατολικού τοίχου ήταν γύρω στα δύο μέτρα ενώ αυτό των δύο άλλων, σημαντικά λεπτότερων πλευρών στα 0,80 μ. Στη νοτιοδυτική γωνία βρέθηκαν δύο ή τρεις “πλάκες”. Μια χαλαρή στοίβα από πέτρες, δίπλα στον ανατολικό τοίχο του οικήματος, θεωρήθηκαν τα υπολείμματα βωμού προς τιμήν του Διός.

Μακρύτερα στα βόρεια, ανακαλύφθηκαν δύο παράλληλα θεμέλια μιας τρίτης πέτρινης δομής. Η απόσταση των δύο θεμελίων ήταν 2 μέτρα ενώ το μήκος τους 5 μέτρα. Το κτήριο αυτό ήταν μάλλον βωμός προς τιμή του Ηρακλέους όπως άλλωστε δηλώνουν ένα όστρακο και μια πέτρινη επιγραφή που βρέθηκαν μέσα σε αυτό.

Μέσα στο βύθισμα βρέθηκαν τα θεμέλια μιας άλλης κυκλικής δομής, διαμέτρου περίπου 2,8μ. Ο Merle Langdon 1976 υποστήριξε ότι το κτήριο ήταν αποθέτης αναθημάτων ενώ άλλοι θεωρούν ότι η κατασκευή ήταν ομοίωμα σιτηραποθήκης που συμβόλιζε επιτυχημένες σοδειές με τη βοήθεια των βροχών του Δία.

Στο σχέδιο αποτυπώνονται τα τρία κτήρια.

Το άγνωστο ιερό του Διός στην κορυφή του Υμηττού

Πήλινα αγγεία από την πρωτογεωμετρική περίοδο (1.050 -900 πΧ.) μέχρι τον 6o αιώνα ήταν διασκορπισμένα σε όλο το χώρο αλλά σε μεγαλύτερους αριθμούς στο βύθισμα, πλησίον του τρίτου κτηρίου, και κοντά στο πρώτο. Σωροί τέφρας και κοκκάλων βρέθηκαν μεταξύ των αγγείων όμως κανένα αγγείο δεν εμφάνιζε ενδείξεις καύσης. Τα πήλινα αντικείμενα μέσα στο βύθισμα δεν ήταν στρωματοποιημένα. Όλα οδήγησαν, όπως είπαμε παραπάνω, τον Merle Langdon στο συμπέρασμα ότι το βύθισμα χρησιμοποιήθηκε ως πρόχειρη αποθήκη στο οποίο τοποθετούσαν αναθήματα που συνδέονταν ενέργειες στα άλλα κτήρια.

Όμως ο χρόνος ανέγερσης των κτηρίων δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς. Ίσως να κτίστηκαν τον 8ο ή 7ο αιώνα π.Χ. για να εξυπηρετήσουν τον μεγάλο αριθμό των επισκεπτών της περιόδου, όπως φαίνεται από τον μεγάλο αριθμό των οστράκων.

Πράγματι αν συνδέσει κανείς την “κίνηση” στο ιερό με τα όστρακα της αντίστοιχης περιόδου τότε το ιερό ζει την ακμή του στην πρώιμη γεωμετρική περίοδο.

Ειδικότερα ανευρέθηκαν 69 όστρακα της όψιμης πρωτογεωμετρικής, 589 της πρώιμης γεωμετρικής έως τον 7ο αι, 109 τον 6ο αι. και πολύ μικρός αριθμός τον 5ο – 4ο αι. Από τη ρωμαϊκή εποχή βρέθηκε ένας σημαντικός αριθμός λυχνιών.

Ο Παυσανίας αναφέρεται και σε ένα άγαλμα του Δία στον Υμηττό. Μάλλον πρόκειται για άγαλμα που τοποθετήθηκε στο χώρο για να δηλώνει το ιερό σε μια επόμενη περίοδο όταν ο βωμός είχε πάψει να χρησιμοποιείται συχνά. Η βάση του αγάλματος βρέθηκε μέσα στο κοίλωμα. Οι πρώτοι ανασκαφείς την έθαψαν μέσα στο κοίλο αλλά οι επόμενοι ανασκαφείς δεν την βρήκαν.

Ο Μerle Langdon πιστεύει ότι το ιερό είναι αφιερωμένο στον Όμβριο Δια αμφισβητώντας τα ταυτοποίηση του Κοτζιά με ιερό στο λόφο του Προφήτη Ηλία. Κύρια ένδειξη κατά την άποψή της είναι το γεγονός ότι όλα τα όστρακα που βρέθηκαν σε αυτό προέρχονται από αντικείμενα που συνδέονται με τη βροχή. Βρέθηκε βέβαια επίσης και ένα όστρακο με το όνομα Σήμειος Δίας.

Το άγνωστο ιερό του Διός στην κορυφή του Υμηττού

Ο S. D. Lambert αναλύει μια επιγραφή σε μαρμάρινη στήλη του αρχαίου δήμου της Ερχιάς – στα σημερινά Σπάτα – στην οποία περιλαμβάνει το ημερολόγιο των μηνιαίων θυσιών των κατοίκων της πόλης. Από το ημερολόγιο προκύπτει ότι οι Ερχιείς πραγματοποιούσαν στην κορυφή του Υμηττού το μήνα Θαργηλίονα (Θαργηλίων, 11ος μήνας, 16 Μαΐου – 15 Ιουνίου) θυσίες προς τιμή του Επάκριου Δία. Πιθανώς οι θυσίες να γίνονταν στο βωμό που αναφέρθηκε παραπάνω.

Η μελέτη των ευρημάτων του ιερού απαντά στο σημαντικό ερώτημα σχετικά με το χρόνο εισαγωγής της γραφής με αλφάβητο στην Αττική. Όπως λέχθηκε προηγουμένως οι έγγραφες αφιερώσεις προς τον θεό ήταν πάνω σε όστρακα από κύπελλα συγκεκριμένου τύπου και ειδικότερα κύπελλα μιας λαβής Φαληρικής μορφής και σε σκύφους βαθείς σε σχέση με τη διάμετρο τους. Τα αντικείμενα αυτά αποδεδειγμένα κατασκευάζονταν στην Αττική στο τέλος του 8ου αιώνα και αρχές του 7ου αι. π.Χ. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η γραφή με αλφάβητο άρχισε στην Αττική την περίοδο αυτή.

Στις νεότερες περιόδους και για πολλά χρόνια το κοίλωμα χρησιμοποιήθηκε ως στάνη. Τα θεμέλια των δύο κτηρίων, εκτός του βυθίσματος, καταστράφηκαν κατά την κατασκευή της ασφάλτου που οδηγεί στη βάση της αεροπορίας στην κορυφή του Εύζωνα. Ομοίως η κατασκευή μέσα στο βύθισμα εξαφανίστηκε κάτω από σωρούς από πέτρες.

Θα λέγαμε ότι η αδιαφορία του κράτους, πάνω απ’όλα, αλλά και του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ), θα μας έκανε εντύπωση, αλλά όχι δεν μας κάνει. Αντιθέτως μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες συμπεριφορές. Δυστυχώς ότι δεν έχει τουριστικό ενδιαφέρον καταδικάζεται στην λήθη και στην εγκατάλειψη.